Τα 7 Μυστήρια της Εκκλησίας
Τα 7 Μυστήρια της Εκκλησιάς είναι - Το βάπτισμα, Το χρίσμα, Η μετάνοια, Η θεία Ευχαριστία, Ο γάμος, Η ιεροσύνη, Το ευχέλαιον. Ας δούμε πιο συγκεκριμένα κάθε ένα από αυτά...
α) Το βάπτισμα - Το βάπτισμα είναι κορυφαίο μυστήριο, διότι αποτελεί τη θύρα που εισάγει στο κράτος της χάριτος και δι’ αυτού γίνεται ο άνθρωπος επίσημα μέλος της Εκκλησίας, ενσωματούμενος στο μυστικό σώμα τού Χριστού και έχει το δικαίωμα συμμετοχής του και στα υπόλοιπα μυστήρια της Εκκλησίας. Είναι μυστήριο που δεν επαναλαμβάνεται, διότι η πνευματική γέννηση που χορηγεί μία μόνο φορά γίνεται, όπως μία φορά συντελείται και η φυσική γέννηση τού ανθρώπου. Αναβαπτισμός γίνεται μονάχα στις περιπτώσεις αιρετικών που προσέρχονται στους κόλπους της Ορθοδοξίας, διότι το βάπτισμα που έλαβαν στην αίρεση θεωρείται ως μη υπάρχον.
Στο βάπτισμα που γίνεται στο όνομα της αγίας και ζωοποιού Τριάδος συμβαίνουν δύο τινά· πρώτον, αφανίζεται από τον βαπτισθέντα το σώμα της αμαρτίας και δεύτερον, δημιουργείται σ αυτόν μία νέα πνευματική γέννηση. Διά τού ιερού βαπτίσματος εκριζώνεται από την ψυχή τού βαπτισθέντος τόσο το προπατορικόν αμάρτημα όσο και οι προσωπικές του αμαρτίες. Εξακολουθεί βέβαια να παραμένει στην ψυχή του η αμαρτητική ορμή και μετά το βάπτισμα, πράγμα που διαπιστώνεται εμπειρικά σε όλους τους ανθρώπους. Τούτο φαίνεται ν αποτελεί δογματικήν ανακολουθία που δύσκολα μπορεί να εξηγηθεί. Αφού εκριζώνεται σύρριζα το Δέντρο της αμαρτίας, πώς εξακολουθούν να φύονται αποσπάδες αυτού; Ίσως να μη βρισκόμαστε μακριά από την αλήθεια, αν λέγαμε ότι ο Θεός παραχωρεί παιδαγωγικώς την παρουσία της αμαρτητικότητος στην αναγεννηθείσα φύση τού βαπτισθέντος, διά να έχει ούτος ερέθισμα να παλαίει κατά της αμαρτίας και να τελειοποιείται στην αρετή με τη βοήθεια της χάριτος τού Θεού. Παράλληλα στον πιστό δημιουργείται διά τού βαπτίσματος μία νέα άφθαρτη ζωή, μία καινούργια γέννηση, μία αναγέννηση.
Γι’ αυτό το βάπτισμα καλείται «λουτρόν παλιγγενεσίας» (= νέας γενέσεως). Η φύση διά τού βαπτίσματος ανατρέχει στην πρώτη της προπτωτικήν ευγένεια, αστράφτει την ομορφιά της χάριτος τού Θεού, θάλλουν σ αυτήν ζωηροί οι θεοειδείς χαρακτήρες της εικόνος τού Θεού. Ανακτίζεται στο βάπτισμα η φύση και αναδημιουργείται με την τελειωτική χάρη τού αγίου Πνεύματος. Αποθέτει τα αίσχη της φθοράς, ό,τι σαπρό στιβάχτηκε σ’ αυτήν από την προγονική παράβαση και αστράφτει τη δόξα και την αφθαρσία της θεότητος. Το βάπτισμα είναι μυστήριο θεοποιητικό. Σ’ αυτό ο πιστός ντύνεται τον Χριστο350. Τα αποτελέσματά του συνεπώς είναι τόσο αρνητικά όσο και θετικά· αρνητικά, η αποβολή τού αίσχους της αμαρτίας στην οποιαδήποτε μορφή της θετικά, η ανάκτιση της φύσεως σε μία νέα ένθεη ύπαρξη και ζωή.
Ορατό σημείο τού βαπτίσματος είναι η τέλεσή του στο όνομα της αγίας Τριάδος διά τριπλής καταδύσεως και αναδύσεως σε αγιασμένο ύδωρ. Η τριπλή αυτή κατάδυση και ανάδυση συμβολίζει την τριήμερη ταφή και έγερση τού Κυρίου. Όπως δηλαδή ο Σωτήρ αποθανών ενταφιάστηκε στο μνήμα και την τρίτη ημέρα αναστήθηκε εκ των νεκρών, έτσι και ο άνθρωπος στο βάπτισμα διά μεν της καταδύσεώς του θάπτει τη φθαρμένη φύση του στα νερά της χάριτος τού Θεού, συνθαπτόμενος μυστικά με τον Χριστό, διά της αναδύσεώς του δε συνανίσταται μαζί του σε μία νέα ζωή, ανακαινισμένη και άφθαρτη. Την τριπλή κατάδυση και ανάδυση σε αγιασμένο ύδωρ που για μας τους Ορθόδοξους είναι τόσο σημαντική και απαραίτητη διά την εγκυρότητα τού μυστηρίου, αθετούν οι Ρωμαιοκαθολικοί, οι οποίοι έχουν εν χρήσει το δι’ επιχύσεως ή ραντισμού βάπτισμα.
Στο βάπτισμα, τέλος, ενηλίκων απαιτείται από τους υποψηφίους κάθαρση και ηθική προπαρασκευή, κυρίως όμως πίστη στην αλήθεια τού Ευαγγελίου και στο λυτρωτικό έργο τού Χριστού. Σε περίπτωση βαπτίσεως αιρετικών ή αλλοθρήσκων γίνεται προηγουμένως κατήχηση σ αυτούς από υπεύθυνα Πρόσωπα της Εκκλησίας.
β) Το χρίσμα - Αν η βαπτισματική χάρη δημιουργεί μία καινούργια πνευματική ύπαρξη, η χάρη τού μυστηρίου τού χρίσματος σφραγίζει και στερεώνει τή νέα ζωή με τα χαρίσματα τού παναγίου Πνεύματος, δίνοντας τη δύναμη στο βαπτισθέντα να ζήσει βίο θεοφιλή και ενάρετο, ανάλογο με την ουράνια κλήση που έλαβε ενσωματωθείς στην Εκκλησία τού Χριστού.
Τό χρίσμα ανάλογα με τις ενέργειές του λαμβάνει και διάφορες ονομασίες: σφραγίς, βεβαίωσις, το τέλειον, τελείωσις. Στήν Κ. Διαθήκη το ιερό μυστήριο μαρτυρείται επαρκώς. Η Β' προς Κορινθίους επιστολή αναφέρει· «ο δε βεβαιών ημάς σύν υμίν εις Χριστον και χρίσας ημάς Θεός, ο και σφραγισάμενος ημάς και δούς τον αρραβώνα τού Πνεύματος εν ταίς καρδίαις ημών» (1, 21–22). Στο χωρίο αυτό εξαίρεται τόσο η θεία αρχή τού χρίσματος όσο και η εν Πνεύματι αγίω ενέργειά του. Ο δε ευαγγελιστής Ιωάννης στην Α' Καθολική του επιστολή μαρτυρεί· «και υμείς το χρίσμα ό ελάβετε απ αυτού εν υμίν μένει» (2, 27). Παράλληλα είναι γνωστό, ότι οι Απόστολοι είχαν στείλει στη Σαμάρεια τους μαθητές Πέτρο και Ιωάννη, οι οποίοι διά της επιθέσεως των χειρών τους σε όσους είχαν βαπτιστεί από το διάκονο Φίλιππο μετέδωκαν σ αυτούς Πνεύμα άγιο355, όπως και ο Παύλος έκανε το ίδιο διά της επιθέσεως των χειρών του στους μαθητές, που δέχτηκαν το βάπτισμα τού Ιωάννου (στην Έφεσο)356.
Από τις δύο τελευταίες περιπτώσεις συνάγεται ότι το μυστήριο ετελείτο διά της επιθέσεως των χειρών των Αποστόλων. Η επίθεση όμως αυτή σύντομα αποδείχτηκε ότι δεν ήταν επαρκής και πρακτική, δεδομένου ότι ο αριθμός των βαπτιζομένων καθημερινά ηύξανε τόσο, ώστε οι αποστολικές χείρες να μην επαρκούν στη διακονία τού ιερού μυστηρίου. Διά τούτο η χειροθεσία αντικαταστάθηκε πολύ νωρίς, πιθανότατα από τους ίδιους τους Αποστόλους, διά χρίσεως με άγιο μύρο. Τη χρίση αυτή την έκαναν, παράλληλα με τους Αποστόλους, και οι πρεσβύτεροι.
Ορατό σημείο τού μυστηρίου είναι η σταυροειδής χρίση των μελών τού σώματος τού βαπτισθέντος με άγιο μύρο, τού λειτουργού εκφωνούντος σε κάθε χρίση τους λόγους· «σφραγίς δωρεάς Πνεύματος αγίου, αμήν». Το άγιο μύρο είναι μίγμα ελαίου με σαράντα άλλες αρωματικές ουσίες που συμβολίζουν τα χαρίσματα τού παναγίου Πνεύματος. Το άγιο μύρο παρασκευάζεται σε ειδική τελετή από το Οικουμενικό Πατριαρχείο τη Μεγάλη Πέμπτη στην Κωνσταντινούπολη. Η Εκκλησία της Ελλάδος, παρ όλον ότι μπορεί, ως αυτοκέφαλη, να παρασκευάζει η ίδια για τις ανάγκες της το άγιο μύρο, το προμηθεύεται, σε ένδειξη τιμής, από τη μητέρα Εκκλησία (Οικουμ. Πατριαρχείο), το κέντρο και την κεφαλή της Ορθοδοξίας.
γ) Η μετάνοια - Ο άνθρωπος μετά το βάπτισμα και αφού λάβει την πρώτη μεγάλη άφεση των αμαρτημάτων του, δεν παραμένει αναμάρτητος εις το διηνεκές. Ως λογικό ον που διασώζει την ελευθερία της βουλήσεώς του αφ ενός, και παρωθούμενος αφ’ ετέρου από το αμαρτητικό της φύσεως που –όπως είδαμε– εξακολουθεί να υπάρχει στη φύση του και μετά το βάπτισμα, μένει ανοικτός στή διάπραξη κάθε αμαρτήματος. Μάλιστα, αν το αμάρτημα αυτό συμβεί να είναι θανάσιμο357, χάνει τη δικαιωση358 που έλαβε διά τού βαπτίσματος και κινδυνεύει να χάσει την ψυχή του. Ο Κύριος φυσικά δεν μπορούσε να παραβλέψει ένα τόσο θλιβερό ενδεχόμενο και εμερίμνησε ν’ αντιμετωπιστεί η μεγάλη ασθένεια της ψυχής (η αμαρτία) σε ειδικό μυστήριο που σκοπό του έχει την πνευματικήν ίαση της ψυχής και την αποκατάσταση της χαμένης δικαιώσεως στον αμαρτωλό. Το μυστήριο αυτό είναι η μετάνοια. Κατ αυτήν ο αμαρτωλός, που θλίβεται διά την κακομορφία της αμαρτίας του και με συντριβή καρδίας εξομολογείται τα παραπτώματά του στον αρμόδιο της Εκκλησίας λειτουργό (επίσκοπο ή πρεσβύτερο), με απόφαση ν' αλλάξει διάθεση και τρόπο ζωής, λαμβάνει διά της συγχωρητικής ευχής που εκφωνεί ο λειτουργός, άφεση των εξαγορευθέντων αμαρτημάτων του και επανέρχεται στο διαταραχθέν υπό της αμαρτίας κράτος της χάριτος τού Θεού.
Το ορατό σημείο τού μυστηρίου είναι η εξαγόρευση των αμαρτιών και η ευχή απολύσεως, την οποίαν απαγγέλλει στο τέλος ο πνευματικός λειτουργός. Την απόλυση αυτήν δεν την παρέχει ο ιερέας σε περίπτωση που διαγνώσει ανειλικρίνεια ή πλημμελή μετάνοια στον εξομολογηθέντα. Στις περιπτώσεις αυτές επιβάλλει επιτίμια στον εξαγορευόμενο διά να τον οδηγήσει σε πραγματική μετάνοια και ειλικρινή τοποθέτηση στο θέμα της πνευματικής νόσου του και της επιθυμίας του να λάβει την ψυχική του ίαση. Επιτίμια όμως μπορεί να επιβάλλει ο ιερέας και σ αυτούς που δέχτηκαν άφεση αμαρτιών, με σκοπό να τους στερεώσει στη νέα τους πνευματική ζωή. Τα επιτίμια αυτά (ελεημοσύνη, προσευχές, ανάγνωση ωφελίμων βιβλίων, αποδημία σε ιερούς τόπους κ.ά.) είναι παιδαγωγικά φάρμακα που αποβλέπουν στη στερέωση τού μετανοούντος αδελφού. Δεν αποτελούν ουσιαστικό στοιχείο τού μυστηρίου, ώστε η παρουσία τους να είναι πάντοτε απαραίτητη, η δε έλλειψή τους να ζημιώνει την ολοκληρία τού μυστηρίου. Τα επιτίμια επίσης δεν είναι μέσα ικανοποιήσεως της θείας δικαιοσύνης, όπως παραδέχονται οι Ρωμαιοκαθολικοί362. Είναι απλές παιδαγωγίες, φάρμακα τονωτικά της ψυχικής υγείας τού ανθρώπου και τίποτε περισσότερο.
Η μετάνοια είναι μυστήριο επαναλαμβανόμενο. Σ’ αυτό θα προσέλθει ο πιστός όσες φορές το απαιτούν οι πνευματικές του ανάγκες και η κατάσταση της ψυχικής υγείας του. Κανένας περιορισμός δεν επιβάλλεται στην προσέλευσή του αυτή. Φυσικά το «προχείρως αμαρτάνειν», δηλαδή να μη προσέχει κανείς την ηθική του ζωή και αμαρτάνοντας να προσέρχεται συνεχώς στο ιερό μυστήριο, είναι επικίνδυνο, διότι ο επιπόλαιος αυτός αμαρτωλός «δυσκόλως ζήσεται»363.
Το μυστήριο της μετανοίας είναι πολύ σημαντικό διά την πνευματική ζωή της Εκκλησίας. Αφορά στη ψυχική υγιεινή των τέκνων της, τα οποία ανακουφίζει από το βάρος της ενοχής και το πιεστικό άγχος των τύψεων της συνειδήσεως. Η βεβαιότητα ότι στο ιερό μυστήριο ο πιστός αποβάλλει τον όγκο των αμαρτημάτων του, γίνεται και πάλι φίλος και υιός Θεού, αναγεννώμενος με τη χάρη τού αγίου Πνεύματος· ότι, εγκαταλείποντας το βάθρο τού πνευματικού πατρός, επιστρέφει στον οίκο του «δεδικαιωμένος»367, έχοντας στην ψυχή του την επίσκεψη τού θείου Παρακλήτου, όλ’ αυτά φτερώνουν την ψυχή και γλυκαίνουν την καρδιά του, τονώνοντας την προσπάθειά του να ζήσει ζωή σύμφωνη με το νόμο και το θέλημα τού Κυρίου368. Από την άποψη αυτή η μετάνοια δικαίως χαρακτηρίζεται ως «δεύτερο βάπτισμα». Περιττό, τέλος, να σημειώσουμε, ότι η αμέλεια τού ανθρώπου και η αδιαφορία του για το σημαντικό αυτό μυστήριο εγκυμονεί τεράστιους κινδύνους όχι μονάχα για την πνευματική του υγεία, αλλά και για τη σωτηρία της ψυχής του.
δ) Η θεία Ευχαριστία - Ενώ το βάπτισμα δημιουργεί τη νέα πνευματική γέννηση, την οποίαν το χρίσμα σφραγίζει με τις δωρεές τού αγίου Πνεύματος, η δε μετάνοια θεραπεύει τις πνευματικές της ασθένειες, η θεία Ευχαριστία την τρέφει με το άχραντο σώμα και το τίμιον αίμα τού Χριστού.
Το μυστήριο αυτό είναι πραγματικά πολύ μεγάλο. Καλείται «Κυριακόν» (όπως και το βάπτισμα), διότι έχει απ ευθείας τη σύστασή του από τον Κύριο. Τόσο δε πολύ, ώστε και οι Διαμαρτυρόμενοι, οι οποίοι απορρίπτουν γενικώς τα εκκλησιαστικά μυστήρια, δεν απετόλμησαν να το αρνηθούν, δεχόμενοι βέβαια αυτό κατά το δικό τους τρόπο και φυσικά διαφορετικά από ό,τι το δεχόμαστε εμείς. Τη διαφορά θα δούμε στη συνέχεια.
Η θεία Ευχαριστία έχει δύο όψεις· είναι μυστήριο και συγχρόνως θυσία. Ως μυστήριον η θεία Ευχαριστία έχει την έννοιαν ότι κάτω από τα στοιχεία τού άρτου και τού οίνου τα οποία αγιάστηκαν με την επίκληση τού παναγίου Πνεύματος, υπάρχουν πραγματικά το άχραντο σώμα και το τίμιον αίμα τού Χριστού. Είναι σ αυτά παρόν το σώμα τού Χριστού ενιαίως σε όλες τις φάσεις της υπάρξεώς του. Είναι το σώμα που γεννήθηκε από τη Μαρία, απέθανε στο σταυρό, αναστήθηκε από τον τάφο και, θεωμένο, αναλήφθηκε στους ουρανούς, όπου κάθεται «εκ δεξιών τού Πατρός».
Το ορατό σημείο τού μυστηρίου είναι τα στοιχεία τού άρτου και τού οίνου και η ευχή επικλήσεως τού παναγίου Πνεύματος. Κατά τον καθαγιασμό των τιμίων δώρων με τρόπο που υπερβαίνει πλήρως τη νοητική μας κατάληψη, η ουσία τού άρτου και τού οίνου μεταβάλλεται, μεταποιείται, μεταστοιχειούται στην ουσία τού σώματος και τού αίματος τού Κυρίου371. Εκείνο που εξακολουθεί να παραμένει μετά τον καθαγιασμό είναι τα εξωτερικά συμβεβηκότα, δηλαδή οι ποιότητες των φυσικών στοιχείων, όπως το βάρος, το σχήμα, το χρώμα, η οσμή και η γεύση. Αυτά εξακολουθούν να παραμένουν κατά θείαν οικονομία, για να διευκολύνουν ίσως τη βρώση και την πόση της Ευχαριστίας, που θα ήταν εξαιρετικά δύσκολη σε περίπτωση που ο πιστός δεχόταν γυμνά και απροκάλυπτα το σώμα και το αίμα τού Χριστού. Τα τίμια δώρα κοινωνούμενα ενώνονται μυστικά με την όλη ψυχοσωματική υπόσταση τού ανθρώπου, η οποία θεοποιείται με την άχραντη θεία επαφή. Φυσικά η θεία Κοινωνία δεν ακολουθεί τη φυσική διεργασία της πέψεως και της αποβολής, που γίνεται στη λήψη κάθε άλλης φυσικής τροφής.
Η θεία Ευχαριστία είναι μυστήριο κατ εξοχήν θεοποιητικό. Είναι το μυστήριο τού Χριστού και της Εκκλησίας. Ενώ στα άλλα μυστήρια παρέχεται η χάρη τού αγίου Πνεύματος για τον αγιασμό των πιστών, στην Ευχαριστία παρέχεται ο ίδιος ο Χριστός και όχι μονάχα το σώμα και το αίμα του, αλλά και η ψυχή του (δηλαδή ολόκληρη η ανθρώπινη φύση του), συνειμμένα δε και η θεότητά του που είναι αχωρίστως ενωμένη με την ανθρωπότητα, και κατ επέκταση ο όλος τριαδικός Θεός, στον οποίον υπάρχει αναπόσπαστα η υπόσταση τού σαρκωθέντος Λόγου! Στο μυστήριο της θείας Ευχαριστίας ο Χριστός σπείρεται στή φύση τού ανθρώπου, ανακιρνάται με αυτήν, τη φλέγει και τη διαπερά σε μία ένωση βαθύτατα εσωτερική. Στη θεία Ευχαριστία πολλαπλασιάζεται ο Χριστός στά μέλη της αγίας Εκκλησίας του, τα οποία με τη θεία Μετάληψη ενώνονται και μεταξύ τους σε μία κοινωνία βαθιά ανθρωπολογική και χριστολογική. Η θεία Ευχαριστία είναι το κατ εξοχήν μυστήριο της Εκκλησίας. Σ αυτήν υπάρχουν τόσοι «χριστοί» όσα και τα μέλη της που ενώνονται εσωτερικά, σε βάση όμως πραγματική, με τον Σωτήρα Κύριο. Στην Ευχαριστία τέλος αγιάζεται και η κτίση, που με τα φυσικά στοιχεία της (τους καρπούς των σπλάχνων της) λειτουργεί και αυτή στον απερινόητο λόγο τού θείου μυστηρίου, τη μεταποίησή της στη σάρκα τού Πλάστη της.
ε) Ο γάμος - Είναι το μυστήριο της φύσεως και της χάριτος. Η ένωση ανδρός και γυναικός που συνιστά το γάμο, είναι πράξη μέσα στη φύση, την οποίαν εθέσπισεν ο Θεός, δημιουργώντας τον άνθρωπο. Όταν δηλαδή έπλασε το πρώτο ανθρώπινο ζεύγος, το ευλόγησε και διέταξε τη γαμική του ένωση, ώστε να αυξάνονται και να πληθύνονται οι άνθρωποι πάνω στη γή386. Η γαμική ένωση ανήκει στη φυσική τάξη της δημιουργίας, είναι κάτι θελημένο από τον Θεό. Η θεωρία ότι ο πολλαπλασιασμός τού γένους θα γινόταν με έναν άλλο πνευματικότερο τρόπο και όχι με τον τρόπο της φυσικής αναπαραγωγής (υπόβαθρο της θεωρίας είναι η ιδέα ότι στην πρώτη φάση της δημιουργίας του ο άνθρωπος ήταν ον πνευματικό και ότι το υλικό σώμα, οι δερμάτινοι χιτώνες, προστέθηκαν αργότερα, αποτελούντες τη δεύτερη φάση της ζωής του που υπαγόρευσε η πτώση στην αμαρτία) και ότι η διάκριση των φύλων μαζί με τη φυσική σχέση τους θεσπίστηκαν τάχα εν όψει της πτώσεως των πρωτοπλάστων την οποίαν προείδεν ο Θεός, είναι θεωρία άκρως ιδεαλιστική, η οποία δεν ανταποκρίνεται στη φυσική αλήθεια τού γάμου. Επειδή όμως η γαμική σχέση των ανθρώπων εκτροχιάστηκε μετά την πτώση μαζί με ολόκληρη τη φύση και περιήλθε στην αρρωστημένη σφαίρα της αμαρτίας, ο Κύριος, στην επιθυμία του να αγιάσει την πεσμένη φύση σε όλες τις αναφορές και εκδηλώσεις της, δεν παρέλειψε να αγιάσει και το φυσικό τού γάμου δεσμό, που είναι τόσο σημαντικός στην οικονομία ζωής των ανθρωπίνων πλασμάτων του. Ο αγιασμός και η εξύψωση της γαμικής σχέσεως γίνεται στο ιερό μυστήριο τού γάμου, το οποίο συνέστησεν ο Σωτήρ. Σ αυτόν η φυσική ένωση τελεί υπό την επήρεια της χάριτος τού Θεού, ξεφεύγει από τον αρρωστημένο κύκλο της πεσμένης φύσεως που φέρει το στοιχείο της φθοράς, επανέρχεται στη φυσιολογική της καθαρότητα, εξυψώνεται και αγιάζεται.
Ότι ο δεσμός τού γάμου είναι κάτι θελημένο από τον Θεό, φαίνεται από το γεγονός ότι ο Κύριος τον τίμησε με την παρουσία του στο γάμο της Κανά387, όπου έκανε και το πρώτο θαύμα του μετατρέποντας το νερό σε κρασί και επικροτώντας έτσι τη χαρά που νιώθουν οι άνθρωποι, διασκεδάζοντας στις κορυφαίες στιγμές της ζωής τους. Ο Απ. Παύλος στην ένωση ανδρός και γυναικός προσδίδει χαρακτήρα μυστηριακό σε βάση χριστολογική - εκκλησιολογική388. Στο μυστήριο τού γάμου ο άνδρας ενώνεται με τη γυναίκα τόσο βαθιά και τόσο εσωτερικά, όσο βαθιά και εσωτερικά ενώθηκε ο Χριστός με την πνευματική νύμφη του, την Εκκλησία. Επομένως ο γάμος δεν είναι μία απλή συμβατική πράξη σαν κι αυτές που τελούν οι άνθρωποι, αλλ' είναι μυστήριο, δηλαδή θεσμός που έχει θεία την προέλευση και βρίσκεται στην αλήθεια τού Θεού, κάτω από τη ροπή της χάριτος και της ευλογίας του. Είναι θεσμός κτισμένος στην ιερότητα τού Θεού, ανοιχτός στην ευλογία τού αγ. Πνεύματος, θεσμός μυστηριακός της Εκκλησίας, που είναι η ταμιούχος της σωζούσης χάριτος τού Θεού. Όταν κανείς έχει υπόψει του αυτά και τα πιστεύει βαθιά στην ψυχή του, πόσο γελοία –αλήθεια– τού φαίνονται τα καμώματα των ανθρώπων περί γάμου δήθεν πολιτικού ή ελεύθερης συμβιώσεως των φύλων! Και είναι φυσικά δικαίωμα τού καθενός να φρονεί και να λέγει ό,τι νομίζει· δικαίωμα του μόνο δεν είναι να ισχυρίζεται, ότι με αυτά που αποδέχεται και διαλαλεί μπορεί να είναι συγχρόνως και γνήσιος χριστιανός!
Στο γάμο αγιάζεται –όπως είπαμε– ο φυσικός τού γάμου δεσμός. Το σεξ λαμβάνει την πρέπουσα και σωστή θέση του σ’ αυτόν. Νομιμοποιείται η ικανοποίηση της σαρκικής επιθυμίας και ορμής, που τόσο έντονα διεμπυρίζουν τη φύση των ανθρώπων. Ορθώς ελέχθη ότι ο γάμος είναι «φάρμακον επιθυμίας», η ικανοποίηση της οποίας έξω απ αυτόν είναι επίμεπτη, ως λειτουργούσα στο πλέγμα της αμαρτωλότητος της μεταπτωτικής φύσεως. Έτσι όλες οι εξωγαμικές ικανοποιήσεις της σαρκικής ορμής (πορνεία, μοιχεία, ελεύθερος έρωτας κ.λπ.), όπως και οι κάθε λογείς παρεκτροπές και ανωμαλίες καταδικάζονται από το νόμο τού Θεού, ως ασέβεια και παραφθορά τού σώματος, το οποίο λυτρώθηκε με το αίμα τού Κυρίου και ως τέτοιο έγινε ναός τού Πνεύματος τού Θεού, σκεύος τιμημένο και άξιο389. Πρέπει όμως να σημειωθεί, ότι και στο γάμο η ικανοποίηση της σαρκικής ορμής δεν είναι κάτι το απολελυμένο και άσχετο, αλλά κάτι που πρέπει να εναρμονίζεται προς την ιερότητα γενικά της γαμικής σχέσεως. Έτσι πρέπει να καταδικαστούν τόσον η ακραία τοποθέτηση που θεωρεί αμαρτία τον έρωτα των συζύγων στον γάμο, όσο και η άλλη ιδέα ότι στο γάμο επιτρέπεται η αποχαλίνωση τού ερωτικού ενστίκτου, η κατάχρηση στην ερωτική σχέση και οι πάσης φύσεως σαρκικές ανωμαλίες και διαστροφές. Η σχέση πρέπει να είναι φυσιολογική και λελογισμένη, απόρροια της αγάπης και της βαθιάς ψυχοσωματικής ενώσεως των συζύγων, η οποία σε τελική ανάλυση πρέπει να είναι ο κύριος ρυθμιστής στην τόσο σημαντική περιοχή των ανθρωπίνων σχέσεων.
Στο γάμο που πρέπει να γίνεται ελεύθερα και χωρίς τις όποιες σκοπιμότητες, επέρχεται με την ευλογία τού Θεού αλληλοσυμπλήρωση των συζύγων.
Ο γάμος, ως θεοσύστατος θεσμός, είναι και αδιάλυτος. Είναι ένωση ισόβια. Όπως δε ο Χριστός είναι αδιάλυτα ενωμένος με την Εκκλησία του, έτσι και η γαμική συζυγία είναι κοινωνία και σχέση αδιάλυτη. Η ενότητα τού γάμου έχει μεταφυσική μυστηριακή θεμελίωση. Γι αυτό και απαγορεύεται η διάλυσή της. Αυτό που ο Θεός με τη χάρη του έδεσε δεν μπορεί άνθρωπος να κόβει και να διαλύει393. Μόνον ο θάνατος είναι ο φυσικός λύτης τού γάμου. Επειδή όμως μία τόσο ιδανική και μεγάλη σύζευξη παρουσιάζει ρωγμές στην καθημερινότητα της ζωής, στην οποίαν πολλές φορές κυριαρχούν πάθη και δημιουργούνται καταστάσεις αφόρητες, ο φύσει αδιάλυτος τού γάμου δεσμός μπορεί, μπροστά στην αδήριτη ανάγκη των πραγμάτων, να διαλυθεί και να καταστραφεί. Ο Κύριος ως λόγον διαζυγίου ανεγνώρισε μόνο την πορνεία394, η οποία καταστρέφει την πίστη και τη βαθιά ψυχοσωματική ενότητα των συζύγων. Αλλά και σ αυτήν ακόμη την περίπτωση, η πορνεία συνιστά δικαίωμα μόνον και όχι καθήκον διαλύσεως τού γάμου από τη μεριά τού προσβαλλόμενου μέλους, το οποίο μπορεί, αν θέλει, να διατηρήσει το γάμο του και μετά την προσβολή που τού έγινε. Η Δυτική Εκκλησία αντίθετα κανένα λόγο διαζυγίου δεν αναγνωρίζει, ούτε κάν την πορνεία. Επιτρέπει μόνον τον χωρισμό των συζύγων από κοίτης και τραπέζης (δηλαδή να μη κοιμούνται και να μη τρώγουν μαζί). Ο πιστός, τέλος, μπορεί να συνάψει και τρίτο γάμο, σε καμιά όμως περίπτωση τέταρτο. Για τα κωλύματα τού γάμου καθώς και για τους λόγους διαζυγίου, κάνει λόγο το Κανονικό Δίκαιο της Εκκλησίας.
στ) Η ιερωσύνη - Αν διά τού γάμου παρέχονται νέα μέλη στην Εκκλησία, διά τού μυστηρίου της ιερωσύνης παρέχονται σ αυτήν οι πνευματικοί της ποιμένες και λειτουργοί. Η παρουσία των κληρικών στην Εκκλησία είναι απαραίτητη. Όπως κάθε κοινωνία διά να λειτουργήσει εύρυθμα και προαχθεί έχει ανάγκη μιάς ιεραρχικά οργανωμένης διακυβερνήσεως από Πρόσωπα ικανά, έτσι και η Εκκλησία, ως οργανωμένη κοινωνία πνεύματος και αγάπης, έχει ανάγκην ειδικής διαποιμάνσεως και διακυβερνήσεως, την οποίαν παρέχει σ αυτήν ο ιερός κλήρος της. Τούς ιερείς αναδεικνύει στο πνευματικό τους λειτούργημα η χάρη τού αγ. Πνεύματος στο μυστήριο της ιερωσύνης. Γίνεται δε η καθιέρωση αυτή με επίθεση των χειρών τού επισκόπου (εξ ού και χειροτονία) και με ευχή, που αποτελούν και το ορατό σημείο τού μυστηρίου.
Έργο των κληρικών στην Εκκλησίαν είναι η άσκηση τού τρισσού λυτρωτικού αξιώματος τού Χριστού, το κήρυγμα και η ορθοτόμηση τού λόγου τού Θεού, η ιερουργία των μυστηρίων και η διοίκηση των πιστών. Η ιερωσύνη είναι μυστήριο ενιαίο, το οποίο περιλαμβάνει τρεις ιερατικούς βαθμούς· τους επισκόπους, τους πρεσβυτέρους και τους διακόνους. Οι επίσκοποι συνιστούν τον ανώτατον ιερατικό βαθμό. Καθίστανται στο αξίωμά τους διά χειροτονίας από άλλους επισκόπους, τελούν όλα τα εκκλησιαστικά μυστήρια, χειροτονούν τους πρεσβυτέρους και τους διακόνους και είναι φορείς κάθε εξουσίας, η ορατή κεφαλή της κατά τόπους Εκκλησίας και ο απαραίτητος όρος υπάρξεως καθόλου της Εκκλησίας. Οι πρεσβύτεροι τελούν ό,τι και οι επίσκοποι, εκτός από τη χειροτονία κληρικών, τον καθαγιασμό τού αγίου μύρου και τα εγκαίνια ναών. Οι διάκονοι είναι βοηθοί των επισκόπων και των ιερέων, πρωτοστατούντες στο κοινωνικό έργο της Εκκλησίας.
Και οι τρεις ιερατικοί βαθμοί μνημονεύονται στην αγία Γραφή, συνιστώντες ειδική τάξη προσώπων υπαρχόντων στην Εκκλησία. Και ο μεν ιερατικός βαθμός τού διακόνου φαίνεται στην εκλογή, διά προσευχής και χειροθεσίας (υπό των Αποστόλων) των επτά διακόνων395, των οποίων έργον ήταν η διακονία των τραπεζών και παράλληλα η διακονία στο κατηχητικό και στο ευρύτερο κοινωνικό έργο της Εκκλησίας. Πρεσβυτέρους δε στις κατά τόπους Εκκλησίες χειροτονούσαν οι Βαρνάβας και Παύλος396. Ενώ ο Τιμόθεος στην Έφεσο και ο Τίτος στην Κρήτη προήχθησαν στο επισκοπικό τους αξίωμα διά της επιθέσεως των χειρών τού Παύλου397.
ζ) Το ευχέλαιον - Είναι το τελευταίο εκκλησιαστικό μυστήριο στο οποίον η θεία χάρη παρέχει ψυχοσωματική ίαση στους πιστούς, δηλαδή θεραπεύει κατά κύριο λόγο τα νοσήματα τού σώματος (τις φυσικές αρρώστιες) και κατά δεύτερο λόγο τα νοσήματα της ψυχής (τα αμαρτήματα).
Μαρτυρία στη Γραφή περί τού ιερού μυστηρίου έχουμε το χωρίο της καθολικής Επιστολής τού Ιακώβου· «Ασθενεί τις εν υμίν; προσκαλεσάσθω τους πρεσβυτέρους της Εκκλησίας και προσευξάσθωσαν επ’ αυτόν, αλείψαντες ελαίω εν τώ ονόματι τού Κυρίου· και η ευχή της πίστεως σώσει τον κάμνοντα, και εγερεί αυτόν ο Κύριος· κάν αμαρτίας ή πεποιηκώς, αφεθήσεται αυτώ»412. Ότι εδώ πρόκειται περί πρακτικής όπου την ίαση επάγεται η χάρη τού Θεού και όχι η ιαματική ίαση τού ελαίου, όπως νομίζουν όσοι δεν πιστεύουν στο μυστήριο, είναι από όσα λέγονται φανερό (πίστη και προσευχή ως παράγοντες διά την ίαση).
Εκ των σκοπών τού ευχελαίου η ίαση των σωματικών νόσων που είναι πρωταρχικός στόχος του, δεν πραγματοποιείται πάντοτε, πράγμα που δημιουργεί κάποια ερωτηματικά, τόσο περισσότερο όσο η θεραπεία τού σώματος δεν είναι κάτι αόρατο και μυστικό, αλλά κάτι το συγκεκριμένο που ο άνθρωπος βλέπει και διαπιστώνει εξωτερικά. Γιατί να μη παρέχεται πάντοτε η ίαση, αφού η χάρη λειτουργεί στο μυστήριο «εξ ανάγκης»; Μία πρόχειρη απάντηση ίσως να μην είναι εύκολο να δοθεί. Ενδεχομένως να πταίει η έλλειψη πίστεως τού ασθενούντος ή και των οικείων του. Εν πάση περιπτώσει η θέσπιση τού μυστηρίου δεν απέβλεπε στην κατανίκηση όλων των σωματικών ασθενειών, οι οποίες στα χέρια τού Θεού είναι δραστικό μέσο παιδαγωγίας και σωφρονισμού των αμαρτωλών ανθρώπων. Ούτε πάλιν αποσκοπούσε στη ματαίωση τού θανάτου, που, ως επί το πλείστον, είναι αποτέλεσμα της σωματικής νόσου, σφραγίζοντας την πορείαν αρρωστημένων βιολογικών καταστάσεων. Η ίαση όμως των αμαρτιών σε όσους ασθενείς μετενόησαν ειλικρινά, οι οποίες συχνά είναι πηγή των σωματικών νόσων, χορηγείται πάντοτε διά της ευχής (προσευχής της Εκκλησίας). Ιδιαιτέρως συγχωρούνται τα αμαρτήματα εκείνα, τα οποία ο ασθενής δεν μπορεί, λόγω της καταστάσεώς του, να εξομολογηθεί στον ιερέα. Τούτο έχουσα υπόψει της η Εκκλησία συνδυάζει το ευχέλαιο με τη μετάνοια, τελούσα αυτό και σε υγιείς πιστούς που προετοιμάζονται διά τη θεία Μετάληψη.
Για το πλήρες κείμενο καθώς και τις παραπομπές επισκεφτείτε http://www.egolpio.com/APOLOGITIKA/ta_mysthria.htm




